του Κώστα Ζαχαριάδη*
Η μητρότητα, αυτό το «θαύμα», που τόσο πολύ υμνήθηκε από όλους τους πολιτισμούς διαχρονικά, στην Ελλάδα των μνημονίων εκφυλίστηκε σε αντικείμενο λογιστικών πράξεων και τελικώς μετατράπηκε σε ένα ταξικό αγαθό, ένα ακριβό «σπορ» μόνο για λίγες γυναίκες.
Αυτό είναι κατόρθωμα εκείνων που κυβέρνησαν επί δυόμιση χρόνια και τώρα φεύγουν «πουλώντας» το φόβο. Το φόβο τον έχουν γνωρίσει ήδη χιλιάδες ελληνίδες, όταν ανακάλυψαν ότι είναι έγκυες και είδαν τον τιμοκατάλογο ή όταν φοβήθηκαν να το αποκαλύψουν, μήπως απολυθούν από τη δουλειά τους. Οι χιλιάδες των ελληνίδων εγκύων που είναι ανασφάλιστες κι ο καθημερινός τους τρόμος για το πως θα καλύψουν τα έξοδα ή αν θα τις απολύσουν από την δουλειά που βρήκαν με μπλοκάκι, είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.
Η πλειονότητα των γυναικών που είναι σε γόνιμη ηλικία, ανήκουν στο 60% των νέων που είναι άνεργοι κι έχουν χάσει την ασφαλιστική τους ικανότητα ή εργάζονται με μπλοκάκι, αλλά και για εκείνες που έχουν ακόμη έναν μισθό με ένσημα, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Ο ΕΟΠΥΥ όχι μόνο δεν δίνει πια το κουτσουρεμένο επίδομα τοκετού, παρά μόνο αν αυτός γίνει στο... σπίτι, άλλα καλύπτει απλώς ένα πολύ μικρό μέρος των απαραίτητων εξετάσεων που πρέπει να κάνει μια έγκυος. Στην Ελλάδα του 2015, η κρίσιμη εξέταση για την κηστική ίνωση που αποτελεί διαδεδομένο κληρονομικό νόσημα, κοστίζει 520 ευρώ και καλύπτεται εξ ολοκλήρου από την έγκυο. Πόσες άραγε ελληνίδες έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν αυτό το κόστος; Λίγες. Το αποτέλεσμα είναι ότι πάρα πολλές γυναίκες θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των ίδιων και των εμβρύων ή των νεογέννητων παιδιών τους.
Ποιος όμως μπορεί να αισθάνεται «σωτήρας» όταν, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ που δημοσιεύτηκε πέρυσι, κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης στη χώρα μας, αυξήθηκε κατά 21,1% το ποσοστό των νεκρών εμβρύων! Αυτό δεν φαίνεται να έκανε κάποιους να αισθανθούν έστω άβολα, αν όχι ντροπή. Αντιθέτως, αισθάνθηκαν την ανάγκη να μιλήσουν γιαsuccessstory. Είναι οι ίδιοι πάντως που εμφανίζονται συνήθως, ιδιαίτερα ανήσυχοι για το πρόβλημα υπογεννητικότητας της χώρας μας. Αλλά δικό τους «επίτευγμα» είναι ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΛΣΤΑΤ, η κρίση μείωσε τις γεννήσεις κατά 30%.
Όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που υποτίθεται ότι εφαρμόστηκε για να σώσει τη χώρα. Αποτέλεσμα; Να επιστρέψουμε με... μεταρρυθμιστικά γκάζια στη λογική του «όπου φτωχή έγκυος κι η μοίρα της». Κάπως έτσι δεν μοιάζει παράδοξο πλέον να διαβάζουμε ειδήσεις που περιγράφουν γυναίκες να χάνουν ή να απειλούνται να χάσουν τη δουλειά τους επειδή έμειναν έγκυες. Όπως, πριν από μερικές εβδομάδες, όπου μια έγκυος στο Ηράκλειο της Κρήτης απειλήθηκε από τον εργοδότη της, πως αν δεν προχωρήσει σε έκτρωση, τότε θα απολυθεί.
Την ίδια ακριβώς περίοδο, ερχόταν στο φως μια άλλη ιστορία από την Αλεξανδρούπολη, όπου μια ακόμη έγκυος απολύθηκε από την εργασία της. Πριν ένα χρόνο περίπου μάλιστα, μια εγκυμονούσα και δυο γυναίκες σε λοχία, απολύθηκαν από το δημόσιο, όταν καταργήθηκαν οι 15 φορείς του υπουργείου Δικαιοσύνης. Καμία απολύτως πρόνοια δεν υπήρξε για αυτές τις γυναίκες.
Πώς αλλάζουν όλα αυτά; Αλλάζουν με την κατάργηση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία, μεταξύ άλλων μειώθηκαν τα επιδόματα μητρότητας, με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για την άδεια μητρότητας και τη γονική άδεια ανατροφής και με τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος που θα διασφαλίσει το ελάχιστο απαιτούμενο σε μια κοινωνία που θέλει να λέγεται πολιτισμένη και ευρωπαϊκή. Με την παροχή της δυνατότητας σε όλες ανεξαιρέτως τις γυναίκες αυτής της χώρας, να έχουν ασφαλή εγκυμοσύνη και ανατροφή των νεογέννητων παιδιών τους.