Στις 21 Απριλίου έδωσε τέλος στην ζωή του ο Δάσκαλος Σάββας Μετοικίδης, εκφράζοντας με αυτό τον τραγικό τρόπο την απόγνωση και την διαμαρτυρία του για την σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα.
Στο μυθιστόρημά του ψυχίατρου, ψυχαναλυτή, συγγραφέα Νίκου Σιδέρη «Ένα τραγούδι για τον Ορφέα», ένας ήρωας αποφασίζει ν’ αυτοκτονήσει μια 21η Απριλίου προκειμένου να εκφράσει την αγανάκτησή του για την πολιτική, κοινωνική και ηθική κατάπτωση της χώρας και να συμβάλει, με τη θυσία του, στην αφύπνιση των πνευμάτων.
Διαβάστε το σχετικό απόσπασμα:
"Ένιωσε μια ροή ανήμπορης οργής και μοναξιάς αθεράπευτης να τον
τυλίγει. Αποτραβήχτηκε στο δωμάτιό του. Σκέφτηκε δύο εικοσιτετράωρα. Αποφάσισε:
Θα ’κανε μεταφράσεις και ιδιαίτερα, κι αν μπορούσε θα ’μπαινε στη δευτεροβάθμια
εκπαίδευση, δημόσια ή ιδιωτική. Έτρεχε σαν τρελός, λιωμένος απ’ τον κόπο, την
απογοήτευση, την ανήμπορη λύσσα και την ταπείνωση. Τίποτα: Μια μετάφραση
κακοπληρωμένη, με χίλια παρακάλια. Κάποια αβέβαια ιδιαίτερα μαθήματα, που
μάλλον έσβηναν τη φλόγα του μυαλού του. Τρεις μήνες ωρομίσθιος σε δυο μαζί
γυμνάσια. Το άγριο κενό.
Σκέφτηκε
τη μετανάστευση. Και την αυτοκτονία. Ήταν μια 21η
Απριλίου που στάθηκε διεξοδικότερα στην ιδέα.
Η φαντασία του έπλεξε το σενάριο: Θα έπεφτε από ένα δημόσιο κτήριο. Το σημείωμα στα χέρια του, σε πολλά αντίγραφα, θα έδειχνε το νόημα της χειρονομίας του: Ο θάνατός του να λειτουργήσει σαν μοχλός αναγέννησης της χώρας – πρωταρχικά ηθικής και διανοητικής, τα υπόλοιπα έπονται. Εφημερίδες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, αλλά και απλοί άνθρωποι που θα τύχαινε να τον δουν να πέφτει, θα έπαιρναν το μήνυμά του και θα το διέδιδαν αστραπιαία στα πέρατα της οικουμένης. Οι ίδιοι οι εχθροί του –όλοι αυτοί οι αδίστακτοι καρεκλοκράτορες– θα έμεναν άναυδοι. Θα έφταναν μάλιστα να τον κηδέψουν δημοσία δαπάνη, φιλαρμονικές να παιανίζουν πένθιμα, μεσίστιες σημαίες, και με στρατιωτικές τιμές – άγημα, τιμητικές ομοβροντίες στον αέρα, «παρουσιάστε!», εθνικός ύμνος… Είχε ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο – εγνώριζε το γεγονός και η φαντασία του το αξιοποίησε κατάλληλα: Στις 21 Απριλίου 1918, ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν, ο «Κόκκινος Βαρόνος», τρόμος των συμμάχων, χτυπήθηκε σε αερομαχία. Κατέπεσε σε περιοχή που την κατείχαν Βρετανοί. Αυτοί, μόλις αντιλήφθηκαν ποιος ήταν, τον έθαψαν με όλα όσα επιβάλλει η στρατιωτική τιμή και η αναγνώριση στην υψηλή αξία ενός αντιπάλου – όλα όσα φαντασιωνόταν ο ίδιος ο Θάνος για τη δική του πτώση στο πεζοδρόμιο και τη δική του κηδεία. Για λίγες ώρες η ιδέα έπαιζε δυνατά. Χάιδεψε με τον νου του κάποιες παραλλαγές της, χτένισε κάποιες λεπτομέρειές της, φτιάχτηκε. Σ’ αυτή τη διάθεση, άνοιξε και την τηλεόραση ν’ ακούσει ειδήσεις, να μπει στην ατμόσφαιρα, να πάρει ιδέες. Επέτειος του πραξικοπήματος, επετειακές εκπομπές, μηνύματα των αρχόντων. Δεν χρειάστηκε ν’ ακούσει και πολύ – ετοιματζίδικες κουβέντες, φανφαρονισμοί, ιδιοτελείς κινήσεις ιδιοποίησης, φάτσες υποκριτών, κενό και τίποτα. Ποιος ξέρει από ποια μυστικά μονοπάτια, ο νους του ξαναγύρισε στο πιο αγαπημένο από τα παιδικά του κόμιξ – στον Σνούπι. Κι ο Σνούπι φανταζόταν συνεχώς ότι είναι ο Κόκκινος Βαρόνος! Τα χείλη του σούφρωσαν σφιγμένα, σ’ ένα χαμόγελο γεμάτο αλάτι: Σνούπι, λοιπόν, ο υπερήρωας Θάνος… Έκλεισε τις ειδήσεις και το θέμα. Είδε ολοκάθαρα: Ο θάνατός του θα μετατρεπόταν ακαριαία σε θέαμα. Θα τον μασούσαν θα τον έκαναν αγνώριστο οι μηχανισμοί του θεάματος. Κάποιοι θα εντυπωσιάζονταν, κάποιοι και θα λυπόντουσαν – νεαρά μυαλά που ακόμη έψαχναν να πιστέψουν κάπου, ή άτομα μιας κάποιας ηλικίας που θα ένιωθαν ότι τα παιδιά τους συνθλίβονται ανάμεσα στη σφύρα του δόλιου παρόντος και στον άκμονα μιας ιστορίας που είχε ήδη υποβληθεί σε στείρωση. Όμως, συνολικά και μετά τρεις ημέρες –το στάνταρ διάστημα για κάθε θαύμα– το πράγμα θα είχε γίνει τίποτα. Κύκλοι νερού από βαρύ λιθάρι, έστω, που το ρίχνεις στο έλος. Το έλος θα το καταπιεί, οι αναταράξεις ως να μην υπήρξαν. Δεν μπορείς να στερήσεις από κάποιον κάτι που δεν του λείπει. Και σ’ αυτή τη χώρα, αυτό που έλειπε δεν ήταν τα μηνύματα, έστω και μέσα από δραματικές χειρονομίες. Το αντίθετο μάλιστα. Υπήρχε τέτοιος πληθωρισμός μηνυμάτων, που άλεθε τα πάντα σε μια σούπα εντυπώσεων χωρίς νόημα. Αυτιά τής έλειπαν για ν’ ακούσει, μάτια για να δει, μυαλό για να σκεφτεί. Οπότε, και η αυτοκτονία του, κατέληξε ο Θάνος, μάλλον θα συνέβαλλε στον μιθριδατισμό, στην καρκινόμορφη αναισθησία απέναντι σε κάθε αληθινό και τραγικό. Συνεπώς, και η λύση «αυτοκτονία» δεν μας κάνει.
Η φαντασία του έπλεξε το σενάριο: Θα έπεφτε από ένα δημόσιο κτήριο. Το σημείωμα στα χέρια του, σε πολλά αντίγραφα, θα έδειχνε το νόημα της χειρονομίας του: Ο θάνατός του να λειτουργήσει σαν μοχλός αναγέννησης της χώρας – πρωταρχικά ηθικής και διανοητικής, τα υπόλοιπα έπονται. Εφημερίδες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, αλλά και απλοί άνθρωποι που θα τύχαινε να τον δουν να πέφτει, θα έπαιρναν το μήνυμά του και θα το διέδιδαν αστραπιαία στα πέρατα της οικουμένης. Οι ίδιοι οι εχθροί του –όλοι αυτοί οι αδίστακτοι καρεκλοκράτορες– θα έμεναν άναυδοι. Θα έφταναν μάλιστα να τον κηδέψουν δημοσία δαπάνη, φιλαρμονικές να παιανίζουν πένθιμα, μεσίστιες σημαίες, και με στρατιωτικές τιμές – άγημα, τιμητικές ομοβροντίες στον αέρα, «παρουσιάστε!», εθνικός ύμνος… Είχε ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο – εγνώριζε το γεγονός και η φαντασία του το αξιοποίησε κατάλληλα: Στις 21 Απριλίου 1918, ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν, ο «Κόκκινος Βαρόνος», τρόμος των συμμάχων, χτυπήθηκε σε αερομαχία. Κατέπεσε σε περιοχή που την κατείχαν Βρετανοί. Αυτοί, μόλις αντιλήφθηκαν ποιος ήταν, τον έθαψαν με όλα όσα επιβάλλει η στρατιωτική τιμή και η αναγνώριση στην υψηλή αξία ενός αντιπάλου – όλα όσα φαντασιωνόταν ο ίδιος ο Θάνος για τη δική του πτώση στο πεζοδρόμιο και τη δική του κηδεία. Για λίγες ώρες η ιδέα έπαιζε δυνατά. Χάιδεψε με τον νου του κάποιες παραλλαγές της, χτένισε κάποιες λεπτομέρειές της, φτιάχτηκε. Σ’ αυτή τη διάθεση, άνοιξε και την τηλεόραση ν’ ακούσει ειδήσεις, να μπει στην ατμόσφαιρα, να πάρει ιδέες. Επέτειος του πραξικοπήματος, επετειακές εκπομπές, μηνύματα των αρχόντων. Δεν χρειάστηκε ν’ ακούσει και πολύ – ετοιματζίδικες κουβέντες, φανφαρονισμοί, ιδιοτελείς κινήσεις ιδιοποίησης, φάτσες υποκριτών, κενό και τίποτα. Ποιος ξέρει από ποια μυστικά μονοπάτια, ο νους του ξαναγύρισε στο πιο αγαπημένο από τα παιδικά του κόμιξ – στον Σνούπι. Κι ο Σνούπι φανταζόταν συνεχώς ότι είναι ο Κόκκινος Βαρόνος! Τα χείλη του σούφρωσαν σφιγμένα, σ’ ένα χαμόγελο γεμάτο αλάτι: Σνούπι, λοιπόν, ο υπερήρωας Θάνος… Έκλεισε τις ειδήσεις και το θέμα. Είδε ολοκάθαρα: Ο θάνατός του θα μετατρεπόταν ακαριαία σε θέαμα. Θα τον μασούσαν θα τον έκαναν αγνώριστο οι μηχανισμοί του θεάματος. Κάποιοι θα εντυπωσιάζονταν, κάποιοι και θα λυπόντουσαν – νεαρά μυαλά που ακόμη έψαχναν να πιστέψουν κάπου, ή άτομα μιας κάποιας ηλικίας που θα ένιωθαν ότι τα παιδιά τους συνθλίβονται ανάμεσα στη σφύρα του δόλιου παρόντος και στον άκμονα μιας ιστορίας που είχε ήδη υποβληθεί σε στείρωση. Όμως, συνολικά και μετά τρεις ημέρες –το στάνταρ διάστημα για κάθε θαύμα– το πράγμα θα είχε γίνει τίποτα. Κύκλοι νερού από βαρύ λιθάρι, έστω, που το ρίχνεις στο έλος. Το έλος θα το καταπιεί, οι αναταράξεις ως να μην υπήρξαν. Δεν μπορείς να στερήσεις από κάποιον κάτι που δεν του λείπει. Και σ’ αυτή τη χώρα, αυτό που έλειπε δεν ήταν τα μηνύματα, έστω και μέσα από δραματικές χειρονομίες. Το αντίθετο μάλιστα. Υπήρχε τέτοιος πληθωρισμός μηνυμάτων, που άλεθε τα πάντα σε μια σούπα εντυπώσεων χωρίς νόημα. Αυτιά τής έλειπαν για ν’ ακούσει, μάτια για να δει, μυαλό για να σκεφτεί. Οπότε, και η αυτοκτονία του, κατέληξε ο Θάνος, μάλλον θα συνέβαλλε στον μιθριδατισμό, στην καρκινόμορφη αναισθησία απέναντι σε κάθε αληθινό και τραγικό. Συνεπώς, και η λύση «αυτοκτονία» δεν μας κάνει.
Ένα τραγούδι για τον Ορφέα - Νίκος Σιδέρης
(σελ.
38 – 40)