Ένα πασχαλινό κείμενο της Ρένας Δούρου
για το αφιέρωμα του popaganda με θέμα: "Τι έκανες εκείνο το Πάσχα;"
Υπάρχουν αναμνήσεις από τις διακοπές του Πάσχα που αν και καθόλου νοσταλγικές, τις θάβουμε, όσοι κι όσες «δημοσιολόγουμε», ως άχρηστες να προσθέσουν σε ό,τι νομίζουμε ότι προσθέτει και δεν αφαιρεί στην περιβόητη εικόνα μας. Μα αυτές είναι εκεί δίπλα σε όσα συγκινητικά και τρυφερά μας έχουν συμβεί και τους οφείλουμε ότι κάνουν τα σπουδαία… σπουδαιότερα.
Πάσχα, λοιπόν, στο χωριό. Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού όλα τα ξαδέλφια· παλιά ρούχα και παπούτσια και όλη μέρα ιδροκόπημα στα χωράφια και στα πατητήρια της κάθε αυλής. Κι από κοντά μας, σαν σκυλάκι, ένα χρονιάρικο κατσικάκι η Μαυρούλα μας να μας συναγωνίζεται στην τρεχάλα και στο ροβόλημα.
Τελευταία εικόνα της Μαυρούλας ήταν κάτω από το κρεβάτι της γιαγιάς και η θεία να προσπαθεί να την ξετρυπώνει για να φάει επιτέλους η ξαδέλφη που δεν έτρωγε, εάν δεν έβλεπε και δεν χάιδευε το κατσικάκι. Την επομένη, Μεγάλη Πέμπτη, η θεία ταΐζει την μικρή στο πηγάδι με παραμύθια και εμείς ξελαρυγγιαζόμαστε να φωνάζουμε τη Μαυρούλα. Κάτι μισόλογα από το θείο και τον πατέρα και μεις δώσ’ του να φωνάζουμε. Μεγάλη Παρασκευή ανέλαβε η γιαγιά να εξηγήσει ότι θα’ ρθουν οι θείοι από την Αυστραλία και θα είμαστε πολλοί και πρέπει να τους περιποιηθούμε και κάπου εκεί και η λέξη θυσία μπλεγμένη με τα ιερά κείμενα της μεγαλοβδομάδας. Τέσσερις μέρες τα ξαδέλφια δε βάλαμε στο στόμα μας τίποτε άλλο από τσουρέκια και ουζοκούλουρα. Ανήμερα του Πάσχα με μια πλαστική σακούλα γεμάτη με μπουκαλάκια νερό και φρούτα την περάσαμε πέρα μακριά στο λιοτρίβι του χωριού. Στο δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα έδειξα στο μικρό αδελφό στην στροφή της εξόδου από το χωριό, πέρα στο αγνάντι, τη Μαυρούλα. «Είδες» του χάιδεψα το κεφάλι, «η Μαυρούλα είναι μια χαρά. Δεν “θυσιάστηκε” για το πασχαλινό τραπέζι. Τζάμπα κλαίγαμε.»
