Πουλάκης: Η απλή αναλογική αναπόσπαστη της μεταρρύθμισης στην αυτοδιοίκηση

Στο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ στη Θεσσαλονίκη παραβρέθηκε και μίλησε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης. Συμφωνώντας με το κεντρικό σύνθημα του συνεδρίου – «Αναλαμβάνουμε την ευθύνη – Χτίζουμε την Ελλάδα από την αρχή» – ο κ. Πουλάκης υπογράμμισε ότι «το στοίχημα το οποίο αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η χώρα είναι η εκ βάθρων ανοικοδόμησή της», τονίζοντας ωστόσο ότι αυτό «δεν είναι υπόθεση μόνο της κυβέρνησης. Αφορά όλους τους θεσμούς, κατά το μέτρο της ευθύνης τους, με πρώτη την Τοπική Αυτοδιοίκηση που, λόγω της εγγύτητάς της προς τους πολίτες, βρίσκεται στην “πρώτη γραμμή” της καθημερινότητας και καλείται καθημερινά να διαχειρίζεται τις δυσκολίες, αλλά και να αφουγκράζεται τα αιτήματα, τις αγωνίες και τα οράματα της κοινωνίας».

Όπως υπενθύμισε ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ, ο διάλογος για τη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχει ήδη ανοίξει, στο πλαίσιο της ειδικής Επιτροπής του Υπουργείου, χαιρέτισε δε τη στάση που έχει τηρήσει μέχρι σήμερα η πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση συνολικά, αλλά και οι εκπρόσωποί της ατομικά. Σχολίασε μάλιστα αναλυτικά τις θέσεις τις οποίες κατέθεσε η ΚΕΔΕ μετά το πρόσφατο ειδικό θεματικό συνέδριό της, αναφέροντας ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό οι θέσεις αυτές συμπίπτουν με τις επεξεργασίες της Επιτροπής και τις απόψεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου.

Μάλιστα, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ δεν απέφυγε να αναφερθεί και σε αρκετά από τα ζητήματα που αποτελούν θέματα αιχμής για την ΚΕΔΕ και σημείο κριτικής προς την κυβέρνηση.
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις αιτιάσεις της Αυτοδιοίκησης περί μείωσης της χρηματοδότησής της από τον κρατικό προϋπολογισμό, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ αναγνώρισε τις μειώσεις που έχουν υποστεί οι ΟΤΑ την τελευταία επταετία, εξήγησε ωστόσο ότι «η μείωση στις δαπάνες, τόσο τις λειτουργικές όσο και – κυρίως – τις επενδυτικές του κρατικού προϋπολογισμού υπήρξε οριζόντια και δεν έπληξε μόνο την Αυτοδιοίκηση, αλλά το σύνολο των τομέων της δημόσιας δράσης, ακόμα και των εξαιρετικά κρίσιμων κοινωνικά, όπως λόγου χάρη η υγεία και η εκπαίδευση. Η αποκατάσταση, επομένως, αντίστοιχα θα είναι συνολική», ενημέρωσε δε ότι «το Υπουργείο Εσωτερικών, όχι πάντα χωρίς πιέσεις, έχει καταφέρει να είναι απολύτως συνεπές προς τις υποχρεώσεις του προς τους Ο.Τ.Α. και είμαστε στην ευχάριστη θέση να κλείνουμε χωρίς οικονομικές εκκρεμότητες το 2016».

Ομοίως, ο κ. Πουλάκης απάντησε στις αντιδράσεις της ΚΕΔΕ κατά της καθιέρωσης της απλής αναλογικής στη συγκρότηση των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων, τονίζοντας ότι «η δημοκρατία δεν είναι ζήτημα παρεμπίπτον και παραπληρωματικό. Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όποιας μεταρρύθμισης», ενώ υπενθύμισε ότι «η παρούσα κυβέρνηση έκανε για πρώτη φορά στα χρονικά το βήμα, συνεπής σε όσα διεκδικούσε ως αντιπολίτευση, να φέρει και να ψηφίσει στη Βουλή την καθιέρωση της απλής αναλογικής στις εθνικές εκλογές. Θα είναι κρίμα για την Αυτοδιοίκηση, τις παραδόσεις και τους ανθρώπους της, να αποδειχθεί κατώτερη των περιστάσεων και να μείνει ουραγός των εξελίξεων, τη στιγμή που μόνη της αναγνωρίζει ότι ισχυρή κοινωνία και ισχυρή Αυτοδιοίκηση είναι έννοιες αλληλένδετες».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

κ.κ. Υπουργοί,
κ.κ. Γενικοί Γραμματείς,
κ.κ. Δήμαρχοι,
κ.κ. Δημοτικοί Σύμβουλοι,
Κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Κεντρική Ένωση Δήμων για την πρόσκληση να παρευρεθώ και να μιλήσω στο ετήσιο τακτικό συνέδριό της, με κεντρικό σύνθημα το «Αναλαμβάνουμε την ευθύνη – Χτίζουμε την Ελλάδα από την αρχή».
 
Όπως γνωρίζετε, είναι η δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες που βρίσκομαι στο βήμα αυτό, συζητώντας με την πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση τις μεγάλες, ριζοσπαστικές αλλαγές που είναι, κατά την άποψή μας, απαραίτητες σήμερα, ώστε η Δημόσια Διοίκηση και η Τοπική Αυτοδιοίκηση να ανταποκρίνονται πραγματικά στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες.
 
Άλλωστε, ο δημοκρατικός διάλογος αποτελεί όχι απλώς συνειδητή επιλογή, αλλά – θα έλεγα – ταυτοτικό στοιχείο της παρούσας κυβέρνησης συνολικά, και της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ειδικότερα.

Μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα του συνεδρίου, όπως εύστοχα το προσδιόρισαν οι διοργανωτές, το στοίχημα το οποίο αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η χώρα είναι η εκ βάθρων ανοικοδόμησή της.
Ένα στοίχημα που – όπως ξέρετε – η παρούσα κυβέρνηση το ανέδειξε εξαρχής ως κεντρικό προγραμματικό της στόχο, κάνοντας λόγο για την ανάγκη οικονομικής, παραγωγικής, κοινωνικής και θεσμικής ανασυγκρότησης της χώρας.
 
Ως πρώτη επισήμανση, θα έλεγα ότι η ανάγκη, ωστόσο, να «χτίσουμε», όπως λέει ο τίτλος του συνεδρίου, «την Ελλάδα από την αρχή», δεν είναι κάποια αυθαίρετη επιλογή της κυβέρνησης. Είναι το αίτημα που εκπέμπει η ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδα.
 
Αρκεί να θυμηθούμε τις «πλατείες» μόλις λίγα χρόνια πριν, όπου – μέσα στην έξαρση της οικονομικής κρίσης – οι πολίτες διεκδίκησαν κάτι περισσότερο : Πραγματική Δημοκρατία, που περιλαμβάνει όλες τις θεσμικές, διοικητικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που είναι αναγκαίες ως νομική και υλική βάση, ώστε η δημοκρατία να μην είναι απλά εξαγγελία, αλλά να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, σάρκα και οστά.
 
Αρκεί να θυμηθούμε ότι, πριν από μόλις ένα χρόνο, η παρούσα κυβέρνηση έλαβε ανανέωση της εντολής του ελληνικού λαού με το σύνθημα «ξεμπερδεύουμε με το παλιό, κερδίζουμε το αύριο», το οποίο, ακριβώς, εξέφρασε το βαθύ και διάχυτο κοινωνικό αίτημα για ριζικές και ριζοσπαστικές αλλαγές.
 
Αρκεί, τέλος, σήμερα, να αναλογιστούμε τι εισπράττουμε από τον κοινωνικό μας περίγυρο, από τους πολίτες που συναντούμε καθημερινά στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων μας, αλλά και τι αποτυπώνεται διαχρονικά σε κάθε μέτρηση της κοινής γνώμης.

«Να χτίσουμε», λοιπόν, «την Ελλάδα από την αρχή».
Αυτό είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Αυτό είναι, θα έλεγα, το μεγάλο «εθνικό στοίχημα», παρ’ όλο που δεν μου αρέσουν οι πομπώδεις φράσεις και προτιμώ να γίνονται πολλά και να λέγονται λιγότερα.
 
Όμως, το στοίχημα αυτό δεν είναι υπόθεση μόνο της κυβέρνησης. Αφορά όλους τους θεσμούς, κατά το μέτρο της ευθύνης τους, με πρώτη την Τοπική Αυτοδιοίκηση που, λόγω της εγγύτητάς της προς τους πολίτες, βρίσκεται στην «πρώτη γραμμή» της καθημερινότητας και καλείται καθημερινά να διαχειρίζεται τις δυσκολίες, αλλά και να αφουγκράζεται τα αιτήματα, τις αγωνίες και τα οράματα της κοινωνίας.
 
Με την έννοια, λοιπόν, αυτή, οφείλω από την πλευρά μου, ως δεύτερη επισήμανση, σχετικά με το τρέχον τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ, να χαιρετίσω το σύνθημα που εκπέμπει από το συνέδριο αυτό η πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση, αναλαμβάνοντας και εκείνη το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί.
Θα ήθελα, ωστόσο, να πάω ένα βήμα παραπέρα τη σκέψη αυτή.

Λέγεται συχνά ότι το Κράτος είναι στην Ελλάδα «ο μεγάλος ασθενής».
Καταρχήν, πρέπει να σημειώσω ότι δεν συμφωνώ με τη διαπίστωση αυτή.
Όχι γιατί το Κράτος δεν έχει σημαντικές παθογένειες – αναποτελεσματικότητα, πελατειακές σχέσεις, γραφειοκρατία, φοβία απέναντι στην καινοτομία, αδιαφάνεια και διαφθορά – οι οποίες συσσωρεύτηκαν διαχρονικά, σχεδόν από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και με ιδιαίτερη ένταση από το δικομματισμό των τελευταίων σαράντα χρόνων.
 
Αλλά γιατί μια τέτοια προσέγγιση παραβλέπει ότι οι ίδιες παθογένειες χαρακτήριζαν και χαρακτηρίζουν και τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα, ο οποίος παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτος ή σε μία αντίληψη ευκαιριακών, «αρπακτικών» επενδύσεων, με στόχο το άμεσο μέγιστο κέρδος.
 
Δεν μπορεί λοιπόν να παραγνωρίζεται ότι η ελληνική Δημόσια Διοίκηση, παρ’ όλες αυτές τις παθογένειες, υπήρξε η «συγκολλητική ουσία», η «ραχοκοκαλιά» της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
 
Πράγματι, το Κράτος ανέλαβε να καλύψει κενά που άφηνε πίσω της η ιδιωτική πρωτοβουλία, ακόμα και σε σημαντικούς τομείς, που απαιτούσαν πιο μακροπρόθεσμες επενδύσεις, τις οποίες ήταν απρόθυμος να κάνει ο ιδιωτικός τομέας.
 
Ήταν επίσης το Κράτος που ανέλαβε να παράσχει τις βασικές υπηρεσίες και αγαθά στο σύνολο των πολιτών, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε – όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό – βασικός φορέας του εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας.

Αναφέρθηκα στη Δημόσια Διοίκηση, τόσο στις παθογένειες όσο και στην τεράστια συνεισφορά της, για να επισημάνω ότι, τηρουμένων των αναλογιών, τα ίδια ισχύουν και για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, η οποία – με όλες τις ιδιαιτερότητες που απορρέουν από την αυτοτέλειά της και την άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων της – παραμένει ωστόσο αναπόσπαστο μέρος της διοικητικής δομής του ελληνικού Κράτους.
 
Δημόσια Διοίκηση και Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι δύο πυλώνες του Κράτους αλληλένδετοι και αλληλοτροφοδοτούμενοι. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι μπορούμε να έχουμε μία ανθούσα, αποτελεσματική και ισχυρή Τοπική Αυτοδιοίκηση μέσα σε ένα δυσλειτουργικό Κράτος. Ούτε όμως και το αντίστροφο, ότι μπορεί να χτιστεί μία σύγχρονη, φιλική προς τον πολίτη, δημοκρατική Δημόσια Διοίκηση, χωρίς να έχει γερά τοπικά ερείσματα μέσω των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού.
 
Συνεπώς – και αυτή είναι η τρίτη επισήμανσή μου σε ό,τι αφορά το κεντρικό θέμα και σύνθημα του συνεδρίου – δεν έχει νόημα μία κυκλική συζήτηση που διαρκώς θα αναρωτιέται ποιος πυλώνας του διοικητικού συστήματος πρέπει πρώτος να βελτιωθεί, να μεταρρυθμιστεί, να αλλάξει.
 
Δεν έχει νόημα να γίνεται «μπαλάκι» η ευθύνη για το ποιος θεσμός θα πάρει πρώτος την πρωτοβουλία να προχωρήσει μπροστά. Διότι, απλούστατα είναι σαφές ότι και οι δύο θεσμοί, και η Δημόσια Διοίκηση και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, έχουν πολλά και επείγοντα βήματα να κάνουν στην 
κατεύθυνση της ριζικής και ριζοσπαστικής μεταρρύθμισής τους.
 
Και το κυριότερο, μια τέτοια συζήτηση θα αδικούσε την ίδια την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τον ιδιαίτερο ρόλο της.
Πρώτα απ’ όλα, διότι η Αυτοδιοίκηση, σε αντίθεση με τη Δημόσια Διοίκηση έχει ευθεία δημοκρατική νομιμοποίηση. Και έπειτα, διότι βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη, όχι όμως γεωγραφικά μόνο, γιατί τα Υπουργεία είναι στην Αθήνα και οι Ο.Τ.Α. είναι σε όλη την Ελλάδα. 
Αλλά επί της ουσίας, γιατί – υποτίθεται – ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ο θεσμός που αντικατοπτρίζει την «από τα κάτω» συγκρότηση, οργάνωση και πολιτική έκφραση της κοινωνίας.
 
Αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά που εξ ορισμού διαθέτει η Τοπική Αυτοδιοίκηση, της δίνουν μεγαλύτερες δυνατότητες, αλλά και μεγαλύτερες ευθύνες.
 
Γιατί σήμερα η Αυτοδιοίκηση έχει την ευκαιρία – μέσα και από τη διαδικασία που ξεκινήσαμε στο Υπουργείο Εσωτερικών – να γίνει πρωτοπόρος. Να αποδείξει ότι κατέχει δίκαια τον τίτλο του «λαϊκού θεσμού», γιατί τολμά να αφουγκράζεται τους πολίτες και να αλλάζει, δίνοντας, αν θέλετε, το καλό παράδειγμα σε ολόκληρη τη διοικητική και πολιτική δομή της χώρας.

Άλλωστε, για να καταλήξω στο σημείο από όπου ξεκίνησα, ως τέταρτη και τελική επισήμανση, θα έλεγα ότι η σημερινή συγκυρία είναι εξαιρετικά ευνοϊκή και δημιουργεί ένα παράθυρο ευκαιρίας για την τόσο πολυσυζητημένη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που έχει ανάγκη η χώρα.
Διότι, εκτός της πίεσης που προκύπτει από την κοινωνική πραγματικότητα που όλοι μας ζούμε, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα κυβέρνηση έχει επιδείξει και αποδείξει την πολιτική της βούληση για βαθιές τομές, για ριζικές αλλαγές και, κυρίως, για συγκρούσεις με μικρότερα ή μεγαλύτερα κατεστημένα συμφέροντα και παγιωμένες νοοτροπίες,

    Αν ισχύουν οι παρατηρήσεις μου επί της γενικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής που είναι αναγκαία, θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία στο δικό μας αντικείμενο, αυτό της ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
 
    Ξέρετε πολύ καλά – άλλωστε πολύ πρόσφατα έγινε το ειδικό θεματικό συνέδριο της ΚΕΔΕ στο Βόλο σχετικά – ότι εδώ και λίγους μήνες έχει ξεκινήσει, με πρωτοβουλία του Υπουργείου Εσωτερικών και στο πλαίσιο ειδικής Επιτροπής της οποίας έχω την προεδρία, ο διάλογος για τη μεταρρύθμιση αυτή.
 
    Δεν θα σας παρουσιάσω και πάλι την προ δύο μηνών ομιλία μου. Άλλωστε, τόσο η ΚΕΔΕ δια της τριμελούς και κατόπιν επιμονής του Υπουργείου πλουραλιστικής πολιτικά αντιπροσωπείας της, όσο και όλοι οι λοιποί θεσμοί της Αυτοδιοίκησης (ΕΝΠΕ, ΠΟΕ-ΟΤΑ, ΟΣΥΑΠΕ, ΕΕΤΑΑ) μετέχουν στις συζητήσεις, ενημερώνονται για τις επεξεργασίες και, το κυριότερο, συμμετέχουν ενεργά με θέσεις και προτάσεις σε αυτές.
 
    Και βέβαια, οι βασικές πολιτικές κατευθύνσεις και στόχοι παραμένουν και ενισχύονται, όπως επιβεβαιώθηκε και από τον χαιρετισμό που απηύθυνε στην έναρξη του συνεδρίου ο νέος Υπουργός Εσωτερικών, κ. Σκουρλέτης, για τη συνεργασία με τον οποίο είμαι ιδιαίτερα ευτυχής και αισθάνομαι την ανάγκη να το καταθέσω δημόσια.
  
Θέλω από το βήμα του συνεδρίου σας, πρώτα απ’ όλα να χαιρετίσω ειλικρινά τη στάση που έχει τηρήσει μέχρι σήμερα στον εν εξελίξει διάλογο η ΚΕΔΕ, στο σύνολό της, ως θεσμικός εκπρόσωπος της πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης.
 
Ξέρετε πολύ καλά τις απόψεις μου, καθώς και την πολιτική μου διαδρομή και τοποθέτηση. Είναι, επομένως, σαφές ότι με πολλά αξιόλογα και έμπειρα αυτοδιοικητικά στελέχη έχουμε πολύ συχνά σημαντικά διαφορετικές απόψεις και αντιλήψεις, τόσο σε γενικό επίπεδο, όσο και στα επιμέρους θέματα.
 
Ωστόσο, θέλω να πιστεύω ότι – τόσο στο πλαίσιο της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όσο και συνολικά στο βίο και την πολιτεία μου ως Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΣ – έχω αντιμετωπίσει με αντικειμενικότητα και σεβασμό όλους τους αιρετούς, σκύβοντας με προσοχή στα προβλήματά τους και ακούγοντας με ενδιαφέρον τις απόψεις τους.
 
Το πρώτο λοιπόν που ήθελα να καταθέσω είναι ότι, κατά την άποψή μου, αλλά και την άποψη νομίζω όλων των ανθρώπων που υπό οποιαδήποτε ιδιότητα εργάζονται για την επιτυχία της εν εξελίξει μεταρρύθμισης, η ειλικρινής διάθεση συμμετοχής που επέδειξε η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση, η εκ μέρους της κατάθεση προτάσεων, επισημάνσεων και διεκδικήσεων, αλλά και ατομικά η συμβολή τόσο των αιρετών εκπροσώπων της, των κ.κ. Πατούλη, Κοιμήση και Μπίρμπα, όσο και των εμπειρογνωμόνων που μετέχουν εκ μέρους της στις ομάδες εργασίας, είναι πολύτιμη. Θα ήθελα, επομένως, με την ευκαιρία που μου δίνεται σήμερα και εις επήκοον όλων των αιρετών της χώρας, να τους ευχαριστήσω.
 
Το δεύτερο και συναφές με το προηγούμενο στοιχείο που θα ήθελα να επισημάνω είναι το γεγονός ότι το θεματικό συνέδριο που προηγήθηκε και οι θέσεις της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης που προέκυψαν συλλογικά μέσα από τη διαδικασία αυτή θα λειτουργήσει εξαιρετικά προωθητικά για την πρόοδο του διαλόγου και την επεξεργασία των συγκεκριμένων κατευθύνσεων της εν εξελίξει μεταρρύθμισης.
 
Πράγματι, διέτρεξα με προσοχή το αναλυτικό κείμενο των προτάσεων και – παρά τις επιμέρους διαφωνίες μου σε ορισμένα σημεία, οι οποίες είναι νομίζω εύλογο να υπάρχουν μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αναφορές – πρέπει να πω ότι στο σύνολό τους και σε πολύ μεγάλο ποσοστό με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο.
 
Άλλωστε, πέραν των προσωπικών μου απόψεων, νομίζω ότι εάν κάποιος αντιπαρέβαλε το κείμενο των θέσεων της ΚΕΔΕ με τις μέχρι σήμερα κατατεθείσες επεξεργασίες της Επιτροπής θα έβρισκε πολλά σημεία συγκλίσεων ή και απόλυτων ταυτίσεων.
 
Δεν είναι δε τυχαίο κάτι τέτοιο, αφού όλοι οι μετέχοντες στην Επιτροπή του Υπουργείου, είτε πρόκειται για αιρετούς, είτε για εργαζόμενους, είτε για ειδικούς επιστήμονες, είτε για υπηρεσιακά στελέχη του ΥΠΕΣ, είναι άνθρωποι που έχουν αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής τους, υπό διάφορες ιδιότητες, στην υπόθεση της προαγωγής του αυτοδιοικητικού θεσμού στη χώρα μας. Δεν θα μπορούσαν επομένως να μην μοιράζονται και ένα μίνιμουμ κοινών διαπιστώσεων, ανησυχιών, αλλά και προτάσεων για το παρόν και το μέλλον της Αυτοδιοίκησης.

Ερχόμενος στις συγκεκριμένες προτάσεις που διατύπωσε η ΚΕΔΕ :
Πρώτον, ως προς το σύστημα διακυβέρνησης των Δήμων :
Η άποψή μου ως προς την αποτίμηση του μέχρι σήμερα συστήματος διακυβέρνησης συμπίπτει σχεδόν απόλυτα με τις εκτιμήσεις που διατυπώνονται στο κείμενο θέσεων της ΚΕΔΕ. Πράγματι, συνολικά τα όργανα της Αυτοδιοίκησης, και ιδίως εκείνα που διαθέτουν άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, πέτυχαν μέσα στα χρόνια της σοβούσας οικονομικής, αλλά και πολιτικής κρίσης, να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πρόσωπό τους και να προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες. Ωστόσο, υπήρξαν όργανα και θεσμοί που – αν και σωστά στον αρχικό τους σχεδιασμό – δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες, πρέπει λοιπόν να τα ξαναδούμε. Όχι για να τα καταργήσουμε, αλλά για να τα επανατοποθετήσουμε στο θεσμικό οικοδόμημα και να τα ενισχύσουμε επί της ουσίας.
Τέτοια είναι πρωτίστως τα όργανα και οι θεσμοί κοινωνικής συμμετοχής, όπως οι Δημοτικές Επιτροπές Διαβούλευσης, οι θεσμοί ενδοδημοτικής αποκέντρωσης, όπως οι Τοπικές και Δημοτικές Κοινότητες, αλλά και θεσμοί προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών, όπως ο Συμπαραστάτης του Δημότη.
 
Όπως σωστά επισημαίνεται, τέτοιοι θεσμοί δεν αρκεί να νομοθετούνται, αλλά θα πρέπει να δούμε και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, ώστε να λειτουργούν στην πράξη και αποτελεσματικά.
Και βέβαια, πρέπει πιθανόν να συμπληρωθούν με άλλους θεσμούς, περισσότερο στοχευμένους θεματικά ή περισσότερο ευέλικτους και λιγότερο γραφειοκρατικούς, που θα δίνουν άμεσα το λόγο στους πολίτες, αποδεικνύοντας ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπως επισημαίνεται και στις θέσεις της ΚΕΔΕ είναι – ή θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να είναι – προϋπόθεση για να μπουν «οι τοπικές κοινωνίες στην πρώτη γραμμή», για «να αποφασίζουν οι πολίτες για το μέλλον τους».

Δεύτερον, σε ό,τι αφορά τον επιμερισμό των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφορετικών διοικητικών θεσμών :
Η πρόταση της ΚΕΔΕ, ως προς τον Δημοκρατικό Προγραμματισμό και την υιοθέτηση της προσέγγισης της δημόσιας πολιτικής, είναι ακριβώς ο δρόμος πάνω στον οποίο κινούνται οι επεξεργασίες των αρμόδιων θεματικών ομάδων.
Στόχος μας – πάντοτε σε συνεργασία με τα κατά περίπτωση καθ’ ύλην αρμόδια Υπουργεία – είναι να μεταφερθεί στο τοπικό και περιφερειακό επίπεδο η «καρδιά» του κράτους, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εξειδίκευση των εθνικών πολιτικών και την παροχή όλων των σημαντικών κοινωνικών υπηρεσιών.
Σαφέστατα, έχουμε επίγνωση ότι ένα τέτοιο εγχείρημα σημαίνει στην ουσία ότι πρέπει να αντιστρέψουμε τελείως τον εξαιρετικά συγκεντρωτικό τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε στην πραγματικότητα το ελληνικό Κράτος επί δεκαετίες, αντίθετα από τη σχετική ρητή συνταγματική επιταγή.
Ξέρουμε ότι στην προσπάθειά μας θα συναντήσουμε δυσκολίες. Άλλωστε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι προσπαθούμε σήμερα, υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, να πραγματοποιήσουμε αυτό που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να κάνουν όλες οι κυβερνήσεις που προηγήθηκαν, σε εποχές πολύ ευνοϊκότερες, πολιτικά και οικονομικά.
Ωστόσο, είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων, με τα κριτήρια και τη μεθοδολογική και πολιτική προσέγγιση επί της οποίας συμφωνούμε, μέχρι το σημείο που θα μπορέσουμε.
Άλλωστε, ακόμα και κάποια βήματα αποσυγκέντρωσης του σημερινού κράτους να μπορέσουμε να κάνουμε, έχω τη γνώμη ότι θα είναι ήδη σημαντικά, και θα αποτελέσουν την αρχή μιας συνολικής μετεξέλιξης.

Τρίτον, σε ό,τι αφορά την οικονομική διαχείριση των Ο.Τ.Α. :
Γνωρίζετε πολύ καλά, μιας και η συζήτηση των επεξεργασιών της οικείας Θεματικής Ομάδας προτάχθηκε χρονικά, ότι τόσο στα θέματα των ιδίων εσόδων των Ο.Τ.Α. και στη σχετική ενοποίηση και επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου, όσο και στην ανάγκη ενοποίησης και απλοποίησης των οικονομικών και δημοσιονομικών ελέγχων, ότι οι προωθούμενες αλλαγές προσεγγίζουν πολύ τις θέσεις που διατυπώνονται από την ΚΕΔΕ.
Είναι ήδη υπό επεξεργασία το νέο προεδρικό διάταγμα για την οικονομική και λογιστική διαχείριση των Ο.Τ.Α., ενώ στο πλαίσιο επιμέρους νομοθετικών πρωτοβουλιών που σχεδιάζονται από το Υπουργείο, προωθούνται όπως ξέρετε ρυθμίσεις που ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των Ο.Τ.Α. ως προς την είσπραξη των ιδίων εσόδων τους.

Τέταρτον, σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο δυναμικό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο σε επίπεδο εργαζομένων όσο και σε επίπεδο αιρετών :
Γνωρίζετε πολύ καλά ότι το θέμα της στήριξης και αναβάθμισης του έμψυχου δυναμικού των Ο.Τ.Α. υπήρξε και παραμένει κεντρικό μέλημα της παρούσας πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΣ.
Ήδη επί υπουργίας Ν. Βούτση, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες και αβέβαιες συνθήκες, όπως και εν συνεχεία, επί υπουργίας Π. Κουρουμπλή, το ΥΠΕΣ υιοθέτησε μία σειρά ρυθμίσεων για την καλύτερη στελέχωση των Ο.Τ.Α., για τη στήριξη των δίκαιων αιτημάτων των εργαζομένων τους και για την καλύτερη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού.
Η ίδια άποψη και προσπάθεια συνεχίζεται και σήμερα, όπως επιβεβαιώθηκε ρητά και με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και πρωτοβουλίες και υπό τον νέο Υπουργό.
Υπενθυμίζω, ενδεικτικά :
    •    Την απελευθέρωση των προσλήψεων μόνιμου προσωπικού ΥΕ και ΔΕ στις ανταποδοτικές υπηρεσίες
    •    Τη δυνατότητα επέκτασης του ωραρίου των υπαλλήλων ΙΔΑΧ μειωμένης απασχόλησης, μέχρι και τα όρια της πλήρους απασχόλησης
    •    Τη συνέχιση με εθνικούς πόρους και σε συνεννόηση με την Αυτοδιοίκηση της λειτουργίας των κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχονταν με χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ και μέχρι την ένταξή τους στη νέα προγραμματική περίοδο
    •    Την επαναφορά στην υπηρεσία των υπαλλήλων που είχαν με τρόπο οριζόντιο και αντισυνταγματικό τεθεί σε διαθεσιμότητα, με αποτέλεσμα τη διάλυση κρίσιμων και εξαιρετικά προσοδοφόρων για τους Ο.Τ.Α. υπηρεσιών, όπως η Δημοτική Αστυνομία
    •    Την αποτροπή της αιμορραγίας των Ο.Τ.Α. της παραμεθορίου, με την εισαγωγή αποτρεπτικών δικλείδων εναντίον της φυγής προσωπικού.
Την ίδια προσπάθεια καταβάλουμε και με εν εξελίξει πρωτοβουλίες, τις οποίες – όπως ξεκαθάρισε χθες ο νέος Υπουργός – συνεχίζουμε και υπό τη νέα ηγεσία, σε σχέση τόσο με το προσωπικό, όσο και με τους αιρετούς των Ο.Τ.Α., όπως συμβαίνει λόγου χάρη με το ζήτημα της αποκατάστασης των αντιμισθιών και των αποζημιώσεων των αιρετών.
Θα μου επιτρέψετε δε – επειδή μέχρι τώρα αναφέρθηκα στα σημεία που συμφωνούμε – να αναφέρω κι ένα σημείο που πρέπει να επεξεργαστούμε περαιτέρω. Και αναφέρομαι στο μείζον και δύσκολο ζήτημα της αργίας των αιρετών.
Εξ ορισμού, ένα διοικητικό μέτρο σε βάρος δημοσίων λειτουργών με άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση είναι ένα πεδίο έντασης, ανάμεσα στην ανάγκη σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας αφ’ ενός και της προστασίας της νόμιμης δράσης των Ο.Τ.Α. και της εμπιστοσύνης των πολιτών στο θεσμό αφ’ ετέρου.
 
Είναι σαφές ότι κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από την τρέχουσα διατύπωση του άρθρου 236 του «Καλλικράτη». Ούτε η Αυτοδιοίκηση που ζητά την περαιτέρω ελαστικοποίηση του θεσμικού πλαισίου, ούτε το Υπουργείο και οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις που αναλαμβάνουν καθημερινά, σε ένα θέμα με σημαντικές πολιτικές και προσωπικές προεκτάσεις, την ευθύνη της ερμηνείας και της εφαρμογής ενός κακού νόμου.
Έχω λοιπόν τη γνώμη ότι το ζήτημα αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να ξαναδούμε, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, εξ αρχής. Και ανεξαρτήτως των τεχνικών θεμάτων, τα οποία μπορούν να συζητήσουν οι αρμοδιότεροι από εμάς νομικοί, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι πρέπει το σύστημα που θα καθιερωθεί να είναι απλό, σαφές και ομοιόμορφο στην εφαρμογή του ανά την Ελλάδα.

Πέμπτον, σε ό,τι αφορά τα νομικά πρόσωπα των Ο.Τ.Α. :
Έχει ήδη επισημανθεί από την Επιτροπή και νομίζω ότι απηχεί τις απόψεις και της Αυτοδιοίκησης ότι ήδη με τον «Καλλικράτη» έγινε μία μεγάλης κλίμακας προσαρμογή στο θεσμικό πλαίσιο, αλλά και στον αριθμό των νομικών προσώπων των Ο.Τ.Α.
Επίσης, νομίζω ότι πρέπει με ειλικρίνεια να πούμε μεταξύ μας και προς τους πολίτες ότι η λειτουργία νομικών προσώπων με πιο ευέλικτο – τουλάχιστον στο παρελθόν – καθεστώς σε σχέση με την κεντρική υπηρεσία του Δήμου, είχε θετικά αποτελέσματα σε μία σειρά τομέων δράσης. Την ίδια όμως στιγμή αποτέλεσε, σε κάποιες – δυστυχώς όχι λίγες – περιπτώσεις, πεδίο κακοδιαχείρισης, σπατάλης, ανορθολογικής διοίκησης και πελατειακών εξυπηρετήσεων, φαινόμενο που κάποιοι Δήμοι κληρονόμησαν και «πληρώνουν» μέχρι και σήμερα.
Ευτυχώς, η κατάσταση αυτή σήμερα έχει αλλάξει άρδην. Παραμένουν βέβαια κάποιες επιμέρους βελτιώσεις και επικαιροποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο των νομικών προσώπων των Ο.Τ.Α., όμως συνολικά αποτελεί ένα από τα πεδία που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη μεγάλη πρόοδο που συντελέστηκε, με επώδυνο ωστόσο τρόπο.

Έκτον, σε σχέση με την εποπτεία και τους ελέγχους των Ο.Τ.Α.
Πάγια θέση της κυβέρνησης και κεντρική κατεύθυνση που δόθηκε στο πλαίσιο της Επιτροπής είναι η αποσύνδεση της εποπτείας των Ο.Τ.Α. από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και η ανάθεσή τους σε μία υπηρεσία που αφ’ ενός θα παρέχει εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμερόληπτης κρίσης και αφ’ ετέρου θα διαθέτει όσο γίνεται πιο υψηλού επιπέδου στελέχη, ώστε να είναι σε θέση να υπεισέρχονται στα σύνθετα και σε πολλές περιπτώσεις εξειδικευμένα νομικά, οικονομικά και τεχνικά ζητήματα που ανακύπτουν κατά τον έλεγχο νομιμότητας της δράσης των Ο.Τ.Α.
Θα ήθελα να θυμίσω δε ότι – μέχρι την έναρξη λειτουργίας του νέου αυτού μηχανισμού εποπτείας – το Υπουργείο έχει πάρει σειρά πρωτοβουλιών, με σημαντικότερες την μη τοποθέτηση κομματικά διορισμένων Γενικών Γραμματέων στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις κατά το μεταβατικό διάστημα, αλλά και την ενίσχυση της συνεργασίας με το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Επίσης, θα ήθελα να θυμίσω ότι στο πλαίσιο της Επιτροπής επανασυζητείται η πρόταση που είχε καταθέσει στο παρελθόν το Υπουργείο, επί Ν. Βούτση, και δεν προχώρησε για συγκυριακούς λόγους, παρά το γεγονός ότι είχε τύχει της στήριξης και της ΚΕΔΕ, περί αντικατάστασης του «Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α.», από έναν άλλο μηχανισμό, με σαφώς δημοκρατικότερα χαρακτηριστικά, που θα λειτουργούσε υποστηρικτικά και όχι τιμωρητικά προς τους Ο.Τ.Α. και θα εξασφάλιζε την πραγματική οικονομική τους βιωσιμότητα.

Έβδομον, σε ό,τι αφορά τους πόρους της Αυτοδιοίκησης και τον αναπτυξιακό ρόλο αυτής :
Συμφωνούμε στο σύνολο, θα έλεγα, των διαπιστώσεων που γίνονται στις θέσεις της ΚΕΔΕ, σε σχέση με τις οικονομικές απώλειες που έχει υποστεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση κατά την εξαετία των μνημονίων και την ανάγκη σταδιακής αποκατάστασης της χρηματοδότησής της, ανάλογα και με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας.
Άλλωστε, η αρμόδια Θεματική Ομάδα έχει επεξεργαστεί και καταθέσει μία πρόταση περί της δημιουργίας ενός ειδικού χρηματοδοτικού προγράμματος με αναπτυξιακή στόχευση ειδικά για τους Ο.Τ.Α., το οποίο θα ολοκληρωθεί στις λεπτομέρειές του τις επόμενες μέρες και θα τεθεί υπόψη των συναρμόδιων Υπουργείων προς περαιτέρω διαβούλευση.
Ενώ επίσης, θα πρέπει να υπενθυμίσω και τη στενή συνεργασία που είχαμε όλο το προηγούμενο διάστημα με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να ρυθμιστούν μία σειρά ζητήματα σχετικά με τη δανειοδότηση των Ο.Τ.Α., καθώς και να καταρτιστούν προγράμματα χρηματοδότησης αναπτυξιακών και επενδυτικών δράσεων, όπως λ.χ. η χρηματοδότηση για μελέτες, η στήριξη των Ο.Τ.Α. που υλοποιούν προγράμματα κοινωφελούς εργασίας κ.ο.κ.
Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να επισημάνω δύο στοιχεία, ένα πολιτικό και ένα τεχνικό-θεσμικό, στα οποία δεν συμφωνούμε με τον τρόπο που διατυπώνονται οι διεκδικήσεις της ΚΕΔΕ ως προς τα οικονομικά.
Πολιτικά, είναι νομίζω σαφές ότι η μείωση στις δαπάνες, τόσο τις λειτουργικές όσο και – κυρίως – τις επενδυτικές του κρατικού προϋπολογισμού υπήρξε οριζόντια και δεν έπληξε μόνο την Αυτοδιοίκηση, αλλά το σύνολο των τομέων της δημόσιας δράσης, ακόμα και των εξαιρετικά κρίσιμων κοινωνικά, όπως λόγου χάρη η υγεία και η εκπαίδευση. Η αποκατάσταση, επομένως, αντίστοιχα θα είναι συνολική. Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός Θεσσαλού Δημάρχου, ο οποίος κάθε άλλο παρά φιλικά διάκειται προς την παρούσα κυβέρνηση, πριν από περίπου ενάμιση χρόνο : «Τι να το κάνω εγώ να είμαι Δήμαρχος σε έναν πλούσιο Δήμο, αν η χώρα βουλιάζει; Όλοι μαζί θα σηκωθούμε και όλοι μαζί θα πέσουμε».
Και τεχνικά-θεσμικά, νομίζω ότι – ενώ η Αυτοδιοίκηση έχει απόλυτο δίκιο να ζητάει σταδιακή ενίσχυση της χρηματοδότησής της – κάνει όμως λάθος όταν μιλά για «νέα γενιά παρακρατηθέντων». Ξέρουμε όλοι πολύ καλά πότε, για ποιο λόγο και με ποιον τρόπο δημιουργήθηκαν τα «παρακρατηθέντα», ως το 2009, τα οποία εξοφλήσαμε και ως προς την τελευταία δόση τους πριν λίγες μέρες. Η εικόνα όμως που έχουμε εμείς σήμερα, είναι πως μιλάμε για μείωση της χρηματοδότησης, όχι όμως για «παρακρατηθέντα», δηλαδή για μη απόδοση αυτής, τουλάχιστον με βάση την τεκμηρίωση που μέχρι σήμερα έχουμε δει.
Σε κάθε δε περίπτωση, θα ήθελα να επισημάνω και από το βήμα του Συνεδρίου ότι το Υπουργείο Εσωτερικών, όχι πάντα χωρίς πιέσεις, έχει καταφέρει να είναι απολύτως συνεπές προς τις υποχρεώσεις του προς τους Ο.Τ.Α. και είμαστε στην ευχάριστη θέση να κλείνουμε χωρίς οικονομικές εκκρεμότητες το 2016.
Και, τέλος, θα ήθελα να απευθύνω έκκληση προς όλους τους Δήμους της χώρας, να συνεργαστούν εντατικά και με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΣ, κυρίως όμως με τους αξιολογότατους συναδέλφους των οικονομικών υπηρεσιών του Υπουργείου, προκειμένου να απορροφηθούν στο σύνολό τους τα 326 εκατομμύρια ευρώ που διατίθενται για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των Ο.Τ.Α. Είναι μία σημαντική ευκαιρία που δίνεται στην Αυτοδιοίκηση να κλείσει εκκρεμότητες και να εξυγιανθεί ακόμη περισσότερο, την οποία δεν πρέπει να αφήσουμε να πάει χαμένη λόγω καθυστερήσεων και τεχνικών δυσλειτουργιών.

Όγδοο, σε σχέση με την οργάνωση και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση των Δήμων, ιδίως στο πλαίσιο του νέου ΕΣΠΑ :
Έχω τη γνώμη ότι αξίζει να θυμηθεί κανείς πως ο σχεδιασμός και η εξειδίκευση των δράσεων του ΕΣΠΑ έγινε, μάλλον για πρώτη φορά, σε ανοιχτή και θεσμοποιημένη διαβούλευση με τους φορείς της Αυτοδιοίκησης και όχι με «ημετέρους» σε κλειστά υπουργικά ή κομματικά γραφεία. Και αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που και ως διαδικασία και ως αποτέλεσμα εγγράφεται στα θετικά της μέχρι σήμερα συνεργασίας μας.

Ένατο και τελευταίο, σε σχέση με το εκλογικό σύστημα της Αυτοδιοίκησης.
Η άποψη της κυβέρνησης και του Υπουργείου είναι γνωστή και δημόσια και επίσημα κατατεθειμένη, υπέρ της απλής αναλογικής στη συγκρότηση των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων.
Είναι επίσης κατατεθειμένη η επισήμανση του Υπουργού, ότι θα πάρουμε υπόψη μας τις αυτοδιοικητικές παραδόσεις της χώρας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ρόλο των Δημάρχων και των Περιφερειαρχών και την καταξίωσή τους στο πλαίσιο των τοπικών κοινωνιών και στη συνείδηση των πολιτών, όχι μόνο ως προσώπων, αλλά και ως θεσμών.
 
Θα ήθελα ωστόσο να επισημάνω δύο-τρία στοιχεία και με αυτά κλείνω.
Πρώτον, δεν είναι ακριβές ότι το Υπουργείο «δεν έχει θέση ως προς την εκλογή των Δημάρχων». Το Υπουργείο, όπως και σε όλα τα άλλα ζητήματα, κατέθεσε την άποψή του στα ζητήματα αρχής – και η δημοκρατία είναι για μας θέμα αρχής – και έθεσε προς διαβούλευση τις εναλλακτικές λύσεις βάσει αυτών. Έτσι λοιπόν, οι διαφορετικές εκδοχές του τρόπου ανάδειξης του Δημάρχου – με δεδομένα όμως όσα προανέφερα – είναι προς συζήτηση και επεξεργασία μέσα στην αρμόδια Θεματική Ομάδα.
Δεύτερον, επίσης δεν είναι ακριβές ότι η πρόταση για απλή αναλογική και, ταυτόχρονα, για περιορισμό των δημαρχοκεντρικών χαρακτηριστικών του ισχύοντος συστήματος είναι αντιφατική. Ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι, τυπικά, με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ο Δήμαρχος είναι απλό εκτελεστικό όργανο. Όλοι όμως αντιλαμβανόμαστε ότι ο Δήμαρχος διαθέτει εντός του Δημοτικού Συμβουλίου μία «αυτόματη» πλειοψηφία 3/5, είτε αυτή στηρίζεται στην κομματική πειθαρχία είτε στη δική του ακτινοβολία, σε περιπτώσεις προσωπικεντρικών παρατάξεων.
 
Αντίθετα, σε ένα Δημοτικό Συμβούλιο με αναλογική εκπροσώπηση των παρατάξεων, ο ρόλος του Δημάρχου μπορεί να είναι θεσμικά πιο ενισχυμένος. Πολιτικά όμως, θα υποχρεούται να συζητά και να βρίσκει σημεία συναινέσεων και συγκλίσεων.
 
Και τέλος, ένα πολιτικό σχόλιο. Θεωρώ ότι η άποψη που διατυπώνεται, ότι «η ΚΕΔΕ δεν συζητά την αλλαγή του εκλογικού συστήματος, πριν ολοκληρωθεί προηγουμένως ο διάλογος για τη μεταρρύθμιση του Κράτους» είναι και μεθοδολογικά και πολιτικά λάθος και μας φέρνει σε αυτά που επισήμανα στην αρχή. Η δημοκρατία δεν είναι ζήτημα παρεμπίπτον και παραπληρωματικό. Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όποιας μεταρρύθμισης. Και επομένως, καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί και δεν πρόκειται να προχωρήσει παραβλέποντας, έστω προσωρινά, το ζήτημα της εμβάθυνσης της δημοκρατίας.

Άλλωστε, θα θυμίσω εκ νέου ότι η παρούσα κυβέρνηση έκανε για πρώτη φορά στα χρονικά το βήμα, συνεπής σε όσα διεκδικούσε ως αντιπολίτευση, να φέρει και να ψηφίσει στη Βουλή την καθιέρωση της απλής αναλογικής στις εθνικές εκλογές.
Θα είναι κρίμα για την Αυτοδιοίκηση, τις παραδόσεις και τους ανθρώπους της, να αποδειχθεί κατώτερη των περιστάσεων και να μείνει ουραγός των εξελίξεων, τη στιγμή που μόνη της αναγνωρίζει ότι ισχυρή κοινωνία και ισχυρή Αυτοδιοίκηση είναι έννοιες αλληλένδετες.

  Θα κλείσω την παρέμβασή μου εδώ, με την ελπίδα να μην κούρασα και με την επισήμανση ότι επέλεξα να μιλήσω ανοιχτά και βάζοντας το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων, όπως νομίζω ότι οφείλουμε να κάνουμε όλοι σε μια εποχή που είναι σημαντικότερο να είμαστε χρήσιμοι, από το να είμαστε ευχάριστοι. Θα σας αφήσω με τις θερμότερες ευχές μου για μία ουσιαστική και επ’ ωφελεία του θεσμού συνέχεια των εργασιών σας και με την υπενθύμιση ότι το να «χτίσουμε την Ελλάδα από την αρχή», όπως θέτετε το στόχο, είναι σίγουρα πιο δύσκολο και πολύπλοκο απ’ ότι ήταν για εκείνους που την γκρέμισαν τα προηγούμενα χρόνια. Είμαστε όμως σίγουροι πως θα τα καταφέρουμε, με την Αυτοδιοίκηση στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας.

Σας ευχαριστώ.