Γιάννης Δραγασάκης: Έχουμε ένα μέλλον να σχεδιάσουμε

του Γιάννη Δραγασάκη

H επιτυχής ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης δημιουργεί νέα δεδομένα καθώς  για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης ανοίγει ένα παράθυρο ελπίδας, που, αν το αξιοποιήσουμε σωστά, μπορεί να μας επιτρέψει να βάλουμε τέλος στο φαύλο κύκλο λιτότητας, ύφεσης και ανεργίας στον οποίο έχει εγκλωβιστεί η χώρα. 

Το μέλλον αποκτά ορατότητα
Η απόφαση του Eurogroup για εκταμίευση δόσης 10,3 δισ. ευρώ σε συνδυασμό με το δεσμευτικό οδικό χάρτη για τη βιωσιμότητα του χρέους, μας επιτρέπει να θέσουμε, πλέον, στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης τις επενδύσεις, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση του νέου Κοινωνικού Κράτους.

Ορισμένοι διατυπώνουν ερωτήματα και επιφυλάξεις ως προς το μείγμα πολιτικής. Και εμείς, συμμεριζόμαστε πολλές από τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται. Το συγκεκριμένο μείγμα δεν είναι ελεύθερης δικής μας επιλογής.   Η πολιτική της χώρας μας –και αυτό δεν είναι καινούργιο– εξακολουθεί να διαμορφώνεται υπό την πίεση μιας ασφυκτικής, πολλές φορές, εκβιαστικής εποπτείας.

Συχνά  οι επιλογές μας δεν είναι ανάμεσα στο καλό και το κακό, το δίκαιο ή το άδικο. Πολλές φορές έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο κακό και στο χειρότερο. Το στοίχημα λοιπόν που έχουμε μπροστά μας είναι  να κερδίσουμε βαθμούς αυτονομίας και ελευθερίας, και αυτός πρέπει να καταστεί κοινός στόχος στη νέα φάση.

Ώθηση στην ανάπτυξη: εργαλεία και πολιτικές
Για πρώτη φορά, παρά τα προβλήματα, διαθέτουμε τα μέσα και τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις όποιες υφεσιακές συνέπειες των τελευταίων μέτρων.

Το πρώτο είναι οι ταμειακές ροές. Έχουμε ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων 6,7 δισ. ευρώ, ενώ με την απόφαση του Eurogroup θα καταβληθεί ένα σημαντικό μέρος των οφειλών του Δημοσίου σε ιδιώτες. Άρα, εντός του έτους μπορούν να κατευθυνθούν 9-11 δισ. ευρώ στην οικονομία.

Το δεύτερο είναι οι αναμενόμενες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η επαναφορά του waiver και η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα συμβάλλουν στη μείωση των επιτοκίων δανεισμού, αλλά κυρίως θα αποτελέσουν έναν ισχυρό συμβολισμό, ο ώστε να εκκινήσει η συζήτηση για πρόσβαση στις αγορές το 2017.

Το τρίτο είναι ότι έχει θεσμοθετηθεί ήδη, για πρώτη φορά, μια πολιτική ενεργητικής διαχείρισης τον «κόκκινων» δανείων. Εδώ μεγάλη ευθύνη έχουν βεβαίως και οι τράπεζες. Αλλά στο μέτρο που αυτή η πολιτική θα υλοποιείται, θα απελευθερώνονται πόροι, άρα και δυνατότητες πιστωτικής επέκτασης.

Τέταρτον, έχουμε επεξεργαστεί, ως κυβέρνηση, μια δέσμη μέτρων, θα την ονόμαζα «εργαλειοθήκη της ανάπτυξης», πολλά από τα οποία είναι έτοιμα να κατατεθούν στη Βουλή και  να υλοποιηθούν.

Νέες διαχωριστικές γραμμές: Νέα πεδία  συγκρούσεων και συναινέσεων
Σήμερα όμως το θέμα δεν είναι απλώς να κατοχυρώσουμε την ανοδική πορεία της χώρας, της οικονομίας, της απασχόλησης και της κοινωνικής προστασίας. Η χώρα μας πρέπει να αποκτήσει ένα συνολικό εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο που να διασφαλίζει δικαιοσύνη και  μακροπρόθεσμη οικονομική, κοινωνική και οικολογική βιωσιμότητά.

Εξίσου σημαντικό είναι να υπερβούμε παγιδευτικά διλήμματα και άγονες αντιπαραθέσεις του παρελθόντος. Όχι επειδή οραματίζομαι κάποια περίοδο χωρίς αντιπαραθέσεις, χωρίς ανταγωνισμούς, αλλά γιατί στη νέα φάση που μπαίνουμε αναδεικνύονται νέες προκλήσεις, νέα διλήμματα και νέες διαχωριστικές γραμμές με άξονα τις οποίες πρέπει να αναπτυχθούν οι νέες αντιπαραθέσεις και να οικοδομηθούν οι νέες συναινέσεις και  κοινωνικές συμμαχίες.

Το δίλημμα, για παράδειγμα, σήμερα δεν είναι ανάμεσα στον ευρωπαϊσμό ή τον αντιευρωπαϊσμό. Το θέμα είναι να διακρίνουμε ότι η κρίση της αλληλεγγύης στην Ευρώπη και η αποτυχία της πολιτικής σύγκλισης τροφοδοτεί τον ακροδεξιό αντιευρωπαϊσμό. Οφείλουμε λοιπόν να δούμε τι είδους Ευρώπη θέλουμε, πώς και με ποιες δυνάμεις μπορούμε να εργαστούμε γι’ αυτήν και πώς διασφαλίζουμε την ισότιμη και ενεργό συμμετοχή της χώρας μας στη διαδικασία αυτή.

Το δίλημμα σήμερα δεν είναι ανάμεσα σε μεταρρυθμιστές και αντιμεταρρυθμιστές. Το πραγματικό δίλημμα είναι ποιες μεταρρυθμίσεις έχει ανάγκη η κοινωνία, πώς θα οργανώσουμε την υλοποίησή τους και πώς θα διασφαλίσουμε ότι τόσο τα βάρη των μεταρρυθμίσεων αυτών όσο και τα οφέλη τους θα κατανεμηθούν  δίκαια με στοχο τη μείωση των ανισοτήτων.

Το δίλημμα σήμερα δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στον κρατισμό ή τον αντικρατισμό. Το θέμα είναι να δούμε τι κράτος θέλουμε, τι ιδιωτικό τομέα θέλουμε  και πως θα συγκροτηθούν οι μεταξύ τους σχέσεις, ώστε να υπηρετηθούν  συλλογικοί κοινωνικοί στόχοι και το δημόσιο συμφέρον.

Το δίλημμα δεν είναι αν είμαστε υπέρ ή κατά της επιχειρηματικότητας γενικώς αλλά ποια επιχειρηματικότητα και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να στηρίξει την ανασυγκρότηση της χώρας. Είναι επιχειρηματικότητα κοινωνικά υπεύθυνη αυτή που  στηρίζει τη κερδοφορία της σε προνομιακές σχέσεις με την εκάστοτε πολιτική εξουσία; Που ζει ροκανίζοντας απλώς ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, υποκλέπτοντας φόρους, διακρατώντας τα κέρδη στο εξωτερικό και τα χρέη στο εσωτερικό; Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας έχει ανάγκη, αλλά και η κοινωνία απαιτεί μία νέα επιχειρηματικότητα, υπεύθυνη απέναντι στην κοινωνία, τους εργαζόμενους, το περιβάλλον και όχι μόνο απέναντι στους μετόχους και τα κέρδη τους.

Κεντρικό δίλημμα λοιπόν στη νέα φάση, κεντρική διαχωριστική γραμμή είναι αν αντλώντας διδάγματα και μαθήματα από τις οδυνηρές εμπειρίες που είχαμε ως κοινωνία, θα προχωρήσουμε τολμηρά στη θεμελίωση ενός νέου υποδείγματος με όρους δικαιοσύνης και μακροχρόνιας βιωσιμότητας οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής –και αυτό αφορά το κράτος, την οικονομία, την επιχειρηματικότητα και τους εργαζομένους– ή αν αντίθετα  κουρασμένοι από τις θυσίες χωρίς ελπίδα του παρελθόντος, καταπονημένοι από τις δυσκολίες που έχει η γέννηση του καινούριου, θα αναζητήσουμε λύσεις στη παλινόρθωση μορφών  και πρακτικών του παρελθόντος.

Για εμάς η απάντηση είναι ξεκάθαρη, έχουμε ένα μέλλον να σχεδιάσουμε, ένα μέλλον να υλοποιήσουμε! Και πρέπει να το κάνουμε με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και μακροχρόνιας βιωσιμότητας.

Άρθρο στην εφημερίδα ΑΓΟΡΑ